Εγγραφή μέλους

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΝ ΓΙΩΡΓΟ ΠΑΡΤΣΑΛΑΚΗ

Συνεντεύξεις
Δημοσιεύτηκε: 1 Αυγούστου 2014 Προβολές: 2444

 Η συνάντησή μου με τον κύριο Παρτσαλάκη πραγματοποιήθηκε στο θέατρο Ρεματιάς στο Χαλάνδρι πριν τη παράσταση «Συμπέθεροι απ’τα Τίραννα» που βρίσκεται σε περιοδεία ανά την Ελλάδα, στην οποία και πρωταγωνιστεί. Ενθουσιάστηκα από την ευγένεια και την ενέργειά του. Παραχώρησε μια συνέντευξη στο  kaizza.gr    με βαθύτερα νοήματα τόσο για τα θεατρικά έργα που πρωταγωνιστεί, όσο και για την ίδια τη ζωή.  Τον ευχαριστούμε πολύ!

 

–       Πρωταγωνιστείτε στην επιτυχημένη κωμωδία «Συμπέθεροι απ’τα Τίραννα» των Παπαθανασίου-Ρέππα που βρίσκεται σε περιοδεία σε όλη την Ελλάδα. Ποιός είναι ο ρόλος σας και πως αντιμετωπίζετε το σενάριο, που από το τίτλο και μόνο μας προδιαθέτει για μία «διαφορετική» κωμωδία που θίγει εν μέρει και μια κοινωνική κατάσταση? 

–       Δεν είναι εν μέρει! Θίγει το ρατσισμό γιατί ακριβώς αυτό είναι το θέμα. Στο έργο είναι δύο οικογένειες, η μία από την Ελλάδα και η άλλη απ’ τα Τίραννα. Οι μεν Έλληνες έχουν τη κόρη και οι Αλβανοί έχουν το γιο, όπου, εάν πούμε «σφιχτά» κάποια πράγματα για το έργο, υπάρχει ένας έρωτας μεταξύ αυτών των δύο παιδιών και μία αντίδραση από τη μεριά των Ελλήνων γονιών  για το γάμο που είναι με έναν Αλβανό. Αυτό είναι και το σημείο όπου θίγονται αυτά τα στοιχεία, του ρατσισμού, ότι οι άνθρωποι είναι διαφορετική στη θρησκεία, στο χρώμα, στα πιστεύω, στις ιδέες, αλλά ο έρωτας των ανθρώπων είναι ένας και μοναδικός και όταν συμβαίνει θα πρέπει να υπηρετείτε ανεξάρτητα από το τί πιστεύει ο καθένας και σε ποια φυλή ανήκει. Επιτέλους  μπορούν να επιλέγουν οι άνθρωποι, αλλά δε μπορεί να μπαίνουν οι άλλοι εμπόδιο εν ονόματι μιας διαφορετικότητας. Ακριβώς αυτό είναι που θίγει και το έργο!. Είναι ένα έργο με πάρα πολύ γέλιο, δηλαδή όταν το διάβασα αναρωτιόμουν πώς θα παίξω χωρίς να γελάω! (Είχα κάνει παλιά το «Μπαμπάδες με ρούμι» επίσης των Ρέππα-Παπαθανασίου έργο, το οποίο ήταν επίσης ένα έργο με πολύ γέλιο και ευτύχησα να κάνω και τα δύο αυτά!) Είναι έργο καταστάσεων και με τις καταστάσεις ο κόσμος γελάει πάρα πολύ, αλλά έχει επίσης πανέξυπνες ατάκες με πολύ χιούμορ που γελάνε και σε αυτές, επομένως είναι ένα έργο το οποίο απ’την αρχή μέχρι το τέλος ο θεατής συμμετέχει και γελάει. Είναι η 6η χρονιά της παράστασης, στην αρχή έπαιξε ο Κοντογιαννίδης στην Αθήνα μια χειμερινή σεζόν, έπειτα ο Χατζηπαναγιώτης δυο περιοδείες και στην Αθήνα δυο χειμώνες, μετά εγώ στο θέατρο Κιβωτός ένα χειμώνα, το έκανα περιοδεία σε όλη την Ελλάδα το χειμώνα που μας πέρασε και φέτος το καλοκαίρι επίσης περιοδεία σε όλη την Ελλάδα!

–       Και υπάρχει μεγάλη ανταπόκριση από το κοινό! 

–       Ναι και επειδή το καλοκαίρι είναι δύσκολο ή μάλλον η εποχή που ζούμε είναι δύσκολη και το ξέρετε, υπάρχουν δουλειές που «ζορίζονται» γιατί βγήκαν πάρα πολλές θεατρικές δουλειές κι αυτό είναι λογικό. Ενώ θα έπρεπε να έχουν ανέβει πολύ λίγες παραστάσεις, για τα οικονομικά του κόσμου, έγινε το αντίστροφο και έγινε διότι δεν έχουν δουλειά οι ηθοποιοί. Οπότε γίνονται δουλειές με κίνδυνο να μην πληρωθούμε και το λεω γενικά, ακριβώς γιατί την ώρα που έχουμε ανάγκη να εργαστούμε, την ίδια ώρα ο κόσμος δεν έχει χρήματα μιας και βιώνει την ίδια κατάσταση. Κι έτσι δημιουργείται κάτι απίστευτο το οποίο πού θα μας βγάλει ένας θεός ξέρει!

–       Είστε απόφοιτος της σχολής «Πέλλου Κατσέλη» και κάνατε το ντεμπούτο σας επί σκηνής στη παράσταση «Οιδίπους Τύραννος» στη Ρόδο. 

–       Στη Ρόδο το 1973 στο χορό και στην «Αντιγόνη», είχαμε ανεβάσει δυο έργα, στο Κλασσικό Θέατρο Ρόδου που υπήρχε, όπου παίξαμε ένα ολόκληρο καλοκαίρι. Ήμουν στο χορό και αυτή ήταν η πρώτη μου εμφάνιση στο θέατρο!

–       Ποιά ήταν τα όνειρά σας ξεκινώντας και πόσο εύκολη ή όχι ήταν η αναρρίχηση στη κορυφή? 

–       Τα όνειρα…ποιά όνειρα τώρα! Εγώ κάνω αυτή τη δουλειά και ξεκίνησα να την κάνω, διότι με ενδιέφερε οτιδήποτε με απασχολούσε στη ζωή μου, καλό, κακό, οτιδήποτε, να βρίσκεται μια στιγμή που να σκέφτομαι κάτι άλλο και να μπαίνω σε έναν άλλο κόσμο και να μου συμβαίνει κάτι άλλο. Νομίζω πως πιό ιδανικό γι’ αυτό από το θέατρο δεν υπάρχει. Πραγματικά, ανεβαίνοντας στη σκηνή, σταματάει οτιδήποτε σε απασχολεί, οτιδήποτε σε πονάει ίσως, σταματάει είσαι κάτι άλλο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι είσαι ο ρόλος, αλλά οπωσδήποτε δεν είσαι αυτός που κουβαλάει τα προβλήματα της καθημερινότητάς σου. για δυο ώρες τουλάχιστον λυτρώνεσαι από αυτό και φεύγεις και κατοικείς κάπου αλλού. Είναι πάρα πολύ ενδιαφέρον αυτό, είναι προκλητικό, έχει απίστευτες δυνατότητες, δηλαδή να κάνεις πράγματα που δε θα τα έκανες ποτέ στη ζωή σου και να φύγεις από πράγματα που σου συμβαίνουν. Οπότε θεωρώ πως είμαι πολύ τυχερός που κάνω αυτή τη δουλειά και που επέλεξα εντελώς ενστικτωδώς να κάνω αυτό το πράγμα! Με οδηγεί εκεί ακόμη και τώρα, μετά από 45 χρόνια -που μπήκα στη σχολή- μέχρι σήμερα, υπάρχουν κάποιες ώρες της ημέρας που είτε κάνω θέατρο, τηλεόραση ή οτιδήποτε που φεύγω από εμένα και είμαι κάτι άλλο. Είναι πολύ ενδιαφέρον αυτό! Από κει και πέρα θα έλεγα ότι στάθηκα αφάνταστα τυχερός στη θεατρική μου ζωή! Αυτό ξεκίνησε από μία παράσταση που είχα κάνει στη Κρήτη το 1976 τη «Πανώρια» του Χορτάτση που ανέβηκε με την Εταιρία Θεάτρου Κρήτης τότε, στο Λυκαβητό και κάναμε μία παράσταση την οποία είδε το Ελληνικό Θέατρο. Σε αυτή τη παράσταση ήταν και ο Αλέξης Μινωτής, ο οποίος ήταν τότε διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου. Βλέποντας τη παράσταση ανέφερε πως είχα κάνει κάτι πολύ καλό και είπε κάποια πράγματα για εμένα τα οποία μου μετέφεραν κι έτσι πήγα, τον βρήκα και βρέθηκα 15 χρόνια στο Εθνικό Θέατρο κάτι που ήταν μια απίστευτη σύμπτωση. Έπαιξα στην Επίδαυρο πάρα πολύ σπουδαία πράγματα- όχι τα έπαιξα σπουδαία, ήταν σπουδαία! Πραγματικά πέρασα 15 ευτυχισμένα χρόνια εκεί, διότι έπαιξα στο σημαντικότερο χώρο του πλανήτη, δεν υπάρχει η Επίδαυρος πουθενά στο κόσμο και αυτό είναι καταγεγραμμένο. Όχι με την έννοια του ιερού, αλλά με την έννοια του θεατρικού χώρου. Βρέθηκα να παίζω ρόλους εκεί σε έργα που ήταν «πάνω» μου, κάτι που ήταν ένα φορτίο αβάσταχτο μεν και μια ηδονή δε! Μετά το Εθνικό βρέθηκα στο Ελεύθερο Θέατρο όπου δε κάνω τίποτε άλλο απ’το να επενδύω αυτό που έκανα στη σχολή, αργότερα στο Εθνικό, στη συνέχεια πλουτίζοντας από εμπειρίες πιο προσωπικές και που μέχρι σήμερα δόξα το Θεό, υπάρχω σε αυτό το χώρο και νομίζω ότι δε προσβάλω κανέναν, κάνω τη δουλειά μου καλά, την υπερασπίζομαι, οι άνθρωποι με εκτιμούν και με αγαπούν, κάτι που είναι πολύ σημαντικό. Έτσι πορεύομαι με αυτό!

–       Τί είναι τέχνη για εσάς? Και ποιό είναι το μήνυμα που θέλετε να μεταδώσετε στο κοινό μέσα απ’τους κωμικούς-τελευταία- ρόλους που υποδύεστε? 

–       Αυτό το «κωμικούς» ούτε με προσβάλει,ούτε με θίγει, ούτε πιστεύω πως υπολείπεται της τραγωδίας ή του δράματος, αλίμονο! Απλά εγώ στο Εθνικό Θέατρο όταν βρέθηκα έκανα στην Επίδαυρο από Οιδίποδα επί κολωνώ μέχρι τις Εκκλησιάζουσες.

–       Αναφέρομαι στα τελευταία χρόνια. 

–       Σύμφωνοι! Πρίν από 6 χρόνια κάναμε με το Θέατρο Κρήτης την Ερωφίλη του Χορτάτση που είναι Η τραγωδία. Έχω κάνει πράγματα που είναι από- εως κι αυτό έχει πολύ ενδιαφέρον. Άρα ηθοποιός δεν είναι εκείνος που έχει βρει μια μανιέρα και κάνει ένα μέρος του κόσμου να συγκινείται με έναν τρόπο ή ένα μέρος του κόσμου να γελάει με ένα τρόπο. Ηθοποιός είναι ένας άνθρωπος ο οποίος υπηρετεί ένα κείμενο και προσπαθώντας να δώσει τη διάνοια του λόγου που έχει αυτό το κείμενο, τις κωμικές καταστάσεις που έχει και που πρέπει  να τις βιώσει για να «κατέβουν κάτω». Τη συγκίνηση, τον πόνο που μπορεί να περνάει ένας ήρωας και που μπορεί να το μεταδώσει, από εκεί προκύπτει το τί παίζει τελικά (ο ηθοποιός). Εαν παίζει ένα κείμενο το οποίο έχει κωμικές καταστάσεις, αλλά είσαι αληθινός και προσπαθείς να το μεταφέρεις, προκύπτει το γέλιο για το θεατή και το αντίστροφο. Δεν είναι δηλαδή, έχω μια ταμπέλα και κάνω αυτό γελάμε, κάνω το άλλο κλαίμε. Δε πιστεύω σε αυτούς τους ηθοποιούς, ούτε πιστεύω πως αυτό το θέατρο έχει ενδιαφέρον. Έχεις ένα κείμενο που σε οδηγεί και παράγεις ή το γέλιο ή το κλάμα εν ολίγης. Επομένως, το να μπορείς από σκηνής να επικοινωνήσεις με ένα κοινό, τον έναν να τον φέρεις σε μία κατάσταση και να τον ταξιδέψεις, τον άλλο να βγάλεις απ’τα προβλήματά του, να τον κάνεις α γελάσει, να τον περιπλανήσεις από εδώ κι από εκεί, να τον βάλεις σε ένα φανταστικό χώρο αλλά που τελικά έχει πάρα πολλές αλήθειες, γιατί το θέατρο εκφράζει τη ζωή. Έτσι λοιπόν το να μπορείς να τον συγκινήσεις, να τον ταξιδέψεις, να μπορείς να του πεις πράγματα τα οποία θα καταγραφούν στον εγκέφαλό του και που την επόμενη μέρα θα τον απασχολήσουν, θεωρώ ότι είναι πολιτισμός. Το θέατρο έχει σχέση με το πνεύμα, τη ψυχή, το νευρικό σύστημα, με τη καρδιά του, με όλα. Ένας ηθοποιός πρέπει να είναι όλα αυτά μαζί πάνω στη σκηνή και όλα αυτά πρέπει να «κατεβαίνουν κάτω», να τα εισπράττει το κοινό και να σου τα επιστρέφει, να υπάρχει αυτή η επικοινωνία. Αυτή λοιπόν η δύναμη της επικοινωνίας, του να μπορείς να μεταδώσεις αυτά που νιώθεις ή αυτά που κρύβει ένα κείμενο από «κάτω», αυτά που συμβαίνουν και που μπορούν να συγκινήσουν και να ταξιδέψουν έναν άνθρωπο, θεωρώ ότι είναι πάρα πολύ σημαντικό! Οτιδήποτε παρατηρήσουμε στη ζωή μας, μας ταξιδεύει. Μια φωτογραφία να δούμε, σε έναν τόπο να βρεθούμε,ένα τοπίο να δούμε, όλο κάτι μας φτιάχνει. Εάν λοιπόν μπορεί μια παράσταση να σε βάλει σε μία εποχή, σε ένα χρόνο άλλο, να σε κάνει να γελάσεις να φύγεις απ’το πρόβλημά σου, να σε συγκινήσει ή να σε βάλει να σκεφτείς, που θεωρώ πως αυτή είναι και η δουλειά του ηθοποιού και αν καταφέρεις να το κάνεις, αυτό είναι τέχνη! Είναι ουσία, έχει πάρα πολύ ενδιαφέρον και κάνει τους ανθρώπους πιό ουσιαστικούς.

–       Εν μέρει μου έχετε απαντήσει σε αυτή την ερώτηση. Θεωρείται πως το κοινό έχει ανάγκη απλά να γελάσει ή να ταυτιστεί-προβληματιστεί σε μία παράσταση? 

–       Επειδή στη κωμωδία ο θεατής είναι «ανοιχτός», διαθέσιμος και διατεθειμένος να είναι μαζί σου, έρχεται στο θέατρο άρα σε εκτιμά σε αγαπά, μέσα απ’τη κωμωδία εισπράττει πολλά παραπάνω πράγματα. Υπάρχουν κωμωδίες Αριστοφανικές, υπάρχουν σπουδαίες κωμωδίες και σπουδαία πράγματα γραμμένα  στη κωμωδία που όμως από «κάτω» περνάνε απίστευτα μηνύματα, που πολλές φορές περνάνε και πολύ πιο εύκολα, ακριβώς επειδή  ο θεατής είναι πιο «ανοιχτός» και άρα μπορεί να εισπράξει όλα αυτά ευκολότερα. Ένας πολύ έξυπνος συγγραφέας μπορεί μέσα απ’το γέλιο να περάσει τέτοια πράγματα!

–       Πιστεύετε πως η ζωή είναι μια παράσταση? Και αν ναι στις καταστάσεις που βιώνετε νιώθετε πως τελικά επέρχεται η κάθαρση? 

–       “Η παράσταση είναι ζωή”. “Η ζωή είναι ζωή”! Το θέατρο και η τέχνη αντιγράφει τη ζωή. Μόνο που τέχνη είναι εκείνη που μπορεί να επιλέξει σημαντικά και ουσιαστικά στοιχεία από τη ζωή και να τα κάνει παράσταση, ένα έργο τέχνης, ένα γλυπτό, ένα πίνακα, μια μουσική σύνθεση, επιλέγεις πράγματα και αυτό είναι τέχνη. Είναι επιλογή της ζωής, αλλά είναι μέσα απ’τη ζωή. Αποκλείεται ένας άνθρωπος ο οποίος μπορεί να βρεθεί 30 χρόνια κλεισμένος μέσα σε ένα σπίτι, χωρίς να ξέρει οτι υπάρχει κόσμος γύρω του, ούτε να γράψει τίποτα, ούτε να ζωγραφίσει, ούτε τίποτα. Όλες οι προσλαμβάνουσες που έχει αυτές αφομοιώνει και όσο πιο σπουδαίος καλλιτέχνης είναι, τόσο σπουδαιότερη επιλογή κάνει, τόσο πιο αντιπροσωπευτικά και σημαντικά πράγματα παίρνει από τη ζωή και τα καταγράφει σε ένα έργο. Δεν κάνουμε αναπαράσταση της ζωής πάνω στη σκηνή, επιλέγουμε πράγματα και κάνουμε. Κι όσο πιο σημαντικά πράγματα επιλέγεις, τόσο πιο σημαντικός δημιουργός είσαι και ο ηθοποιός στη συνέχεια όσο πιο ελλειπτικά και ουσιαστικά μπορεί να παίξει, βιώσει και ζήσει αυτά, τόσο πιο ουσιαστικός γίνεται πάνω στη σκηνή.

–       Μετανιώνετε για πράγματα που δεν έχετε κάνει? 

–       Δεν υπάρχουν πράγματα που να μην έχω κάνει! Θεατρικά υπήρξα αφάνταστα τυχερός στη ζωή μου, δηλαδή έφερε το ένα το άλλο. Εκεί βέβαια μπαίνει ένα ερώτημα, ότι ναι, μου δόθηκαν ευκαιρίες από σύμπτωση παράδειγμα. Σύμφωνοι, όμως κάποιος πρέπει να τις εκμεταλλευτεί αυτές τις ευκαιρίες. Εγώ λοιπόν, έχω την αίσθηση πως μου δόθηκαν ευκαιρίες από σύμπτωση, από τύχη, αλλά στη συνέχεια έχω την εντύπωση ότι κάτι κουβαλούσα μέσα μου , κάτι ήθελα να πω σαν άνθρωπος και το είπα μέσα απ’τη δουλειά μου. Καταγράφηκε ως καταγράφηκε!

–       Γνωρίζουμε πως το χειμώνα θα υποδυθείτε το «Caveman». Πώς αντιλαμβάνεστε εσείς αυτό το ρόλο? 

–       Είναι ένα πάρα πολύ σπουδαίο έργο και αυτός είναι και ο λόγος που θα το κάνω! Είναι ένα έργο το οποίο έχει παιχτεί 7 χρόνια στην Ελλάδα από πολλούς συναδέλφους και τελευταία παίζεται από τον Βλαδίμηρο Κυριακίδη με απίστευτη επιτυχία. Το διάβασα, δεν έχω δει τη παράσταση. Με συγκίνησε πάρα πολύ, γιατί ένας άνθρωπος κάνει μία προσπάθεια κι επειδή είμαι αυτής της άποψης στη ζωή μου και συμπίπτει ακριβώς με τη θεώρησή μου για τη ζωή, ότι το αρσενικό και το θηλυκό παράγουν ζωή! Οτιδήποτε άλλο είναι στείρο. Άρα ένα ολοκληρωμένο αρσενικό και ένα ολοκληρωμένο θηλυκό όταν βρεθούν παράγουν ζωή και είναι ό,τι σημαντικότερο, διαιωνίζετε το είδος. Πολλές φορές λέμε να σώσουμε τη καρέτα-καρέτα, ας πούμε, αλλά κινδυνεύει να χαθεί το ανθρώπινο είδος. Άρα η αναπαραγωγή είναι ένα απ’ τα βασικότερα συστατικά του ανθρώπου, το να διατηρήσει τη ζωή του ανθρώπινου είδους στο πλανήτη. Όμως, ο άνδρας και η γυναίκα δεν είναι όμοιοι, είναι διαφορετικοί. Ου ‘ε και αλίμονο εάν γίνουμε όμοιοι. Το διαφορετικό έχει κόπο, έχει σύγκρουση, έχει αγώνα, έχει προσπάθεια για να ενωθεί το διαφορετικό και να παράξει ζωή. Εάν λοιπόν μέναμε μόνο στη σύγκρουση και δεν ξέρουμε και «γιατί» πολλές φορές συγκρουόμαστε, τότε φέρουμε τη καταστροφή. Εάν κατανοήσουμε ότι είμαστε άνθρωποι με, αλλά είμαστε διαφορετικοί δε- η γυναίκα και ο άνδρας- μέσα από αυτή τη διαφορετικότητα μπορούμε να υπηρετήσουμε ο ένας τον άλλο, να έχουμε πλήρη γνώση και επίγνωση στη διαφορετικότητα αυτή και να μπορούμε να σεβαστούμε τη διαφορετικότητα ο ένας του άλλου. Το έργο λοιπόν καταπιάνεται ακριβώς με αυτό. Το έργο γράφει σε ένα σημείο (εαν θες το γράφεις, το έργο το γράφει πάντος!) ότι «αυτό που υπάρχει σαν κοινή αίσθηση είναι πως όλοι οι άνδρες είναι μαλ…ς και όλες οι γυναίκες είναι που….ς». Αυτό στη κοινωνία λειτουργεί έτσι, δεν είναι όμως έτσι! Είναι διαφορετικοί οι άνθρωποι. Ξεκινάει λοιπόν με το Caveman που είναι ο πρωτόγονος λέγοντας πως τότε οι άνθρωποι είχαν διαφορετικά ενδιαφέροντα,στόχους και υπηρετούσε ο καθένας κάτι άλλο. Ο άνδρας ήταν κυνηγός, η γυναίκα συλλέκτρια. Ο ένας υπερασπιζόταν και κάλυπτε τον άλλο, ο ένας συμπλήρωνε τον άλλο. Δεν έφτασαν κάποια στιγμή μέσα από αυτή την ιστορία να γίνουν όμοιοι, έμειναν διαφορετικοί. Αυτή τη διαφορετικότητα λοιπόν εμείς την ερμηνεύουμε σα σύγκρουση και «σκοτωνόμαστε». Το έργο λοιπόν καταπιάνεται με αυτό, το οποίο είναι η θέση και άποψή μου στη ζωή μου. Υπερασπίζομαι το διαφορετικό ανάμεσα στον άνδρα και τη γυναίκα δεν είμαστε όμοιοι σε καμία περίπτωση, είμαστε ίσοι ασυζητητί, αλλά όμοιοι όχι! Το «Caveman» υπερασπίζεται αυτό με ένα χιούμορ αφάνταστο και καταγράφει το πώς παρερμηνεύει τη συμπεριφορά η γυναίκα του άνδρα και ο άνδρας της γυναίκας. Είναι απλώς μια παρερμηνεία. Αυτό που κάνει ένας άνδρας που ψαρεύει είναι να συγκεντρωθεί σε ένα στόχο, το ίδιο και ένας κυνηγός που ψάχνει να βρει στόχο, εάν δε συγκεντρωθεί δε πρόκειται να βρει τίποτα. Η γυναίκα πρέπει να παρατηρεί αυτόν τον άνθρωπο που εκείνη την ώρα είναι εκτεθειμένος στο κενό, γιατί μπορεί να πεταχτεί ένα λιοντάρι στη ζούγκλα (μιλάμε για τους πρωτόγονους) και θα πρέπει κάποιος να τον προστατεύει. Αλλά για να τον προστατεύσει θα πρέπει να ελέγχει τη κατάσταση γύρω-γύρω ώστε να είναι σίγουρη πως αυτός δε θα σκοτωθεί και θα φέρει το κρέας την ώρα που αυτή είναι στη σπηλιά  και θηλάζει ένα μωρό. Πλέον έχουμε φτάσει σε μια εξέλιξη, αλλά τα βασικά χαρακτηριστικά των ανθρώπων  δεν έχουν τροποποιηθεί, δεν έχουν αλλάξει! Δηλαδή, ένας άνδρας πρέπει να προστατεύει μια γυναίκα, είναι θέμα μυικής δύναμης, είναι πιο δυνατός, άρα τη προστατεύει. Είναι και η γυναίκα η οποία γεννάει ένα παιδί και είναι 3κιλά και τί κάνει? το περιποιείται, το φροντίζει. Αυτό με τη πάροδο των χρόνων δε διαφοροποιείται, το αρσενικό θέλει φροντίδα. Αυτές είναι θέσεις οι οποίες με εκφράζουν και αυτό εκφράζει ο «Caveman» γι’αυτό και θέλω να το κάνω! Το αν διαφωνεί κάποιος είναι άλλο θέμα, απλά λέω, πως η φροντίδα η οποία έχει μεταφραστεί από τη γυναίκα ως «υπηρεσία» πια και το ζήτημα δεν είναι να υπηρετείς έναν άνθρωπο, το ζήτημα είναι να φροντίζεις έναν άνθρωπο. Το ζήτημα δεν είναι να λες «εγώ είμαι δυνατός» και άρα τη προστατεύω γιατί θέλω να αποδείξω οτι έχω μπράτσα. Όχι! Η ανάγκη σου να τη προστατεύσεις, γιατί μπροστά σε κάτι είναι αδύναμη. Απ΄την ανάγκη σου να την προστατεύσεις ξεκινάει κι όχι για να αποδείξεις ότι είσαι «από πάνω». Άρα είναι διαφορετικές ερμηνείες, ίδιες συμπεριφορές. Δε φαντάζομαι καμία γυναίκα να περπατάει στο δρόμο, να τη πειράξει κάποιος και να μη περιμένει από τον άντρα της να την υπερασπιστεί και όχι για να αποδείξει ότι «εγώ μπορώ» αλλά γιατί κινδυνεύει και τη προστατεύει. Γυρίζοντας λοιπόν στο σπίτι σήμερα εφόσον γίνει κάτι ανάλογο η γυναίκα αντιδρά αρνητικά στη συμπεριφορά αυτή του άνδρα. Και τρελαίνεσαι και λες «όχι να σε προστατεύσω ήθελα»

–       Κάτι δε πάει καλά! 

–       Αυτό λοιπόν το «κάτι δε πάει καλά» είναι ότι το ένστικτο σε οδηγεί  σαν αρσενικό κάπου, σε οδηγεί σα θηλυκό κάπου και δε το δεχόμαστε, το ερμηνεύουμε αλλιώς.

–       Έχει χαθεί η κοινή γραμμή. 

–       Η ερμηνεία δηλαδή, ότι τελικά για άλλο λόγο είμαι και είσαι εδώ. Ο ένας λόγος με το άλλο, συμβαδίζουν, συμφωνούν, συμπίπτουν κάποια στιγμή και παράγουν κάτι. Διαφορετικά δεν υπήρχε άλλος λόγος. Η ουσία είναι όταν βρίσκονται δύο άνθρωποι που είναι αντίθετοι, που είναι διαφορετικοί, που δεν είναι όμοιοι εκει ακριβώς πρέπει να βρουν την άκρη, πρέπει να στηρίξουν ο ένας τον άλλο, να καλύψουν ο ένας τον άλλο, να αγαπήσει και ερωτευθεί ο ένας τον άλλο και να παραχθεί η ζωή. Το «Caveman» είναι αυτό! Βέβαια είναι κωμωδία, τα στοιχεία που ανέφερα δεν παρουσιάζονται βαρύγδουπα, ωστόσο «από κάτω» υπάρχουν. Επίσης,  θεωρώ πως είναι πολύ σημαντικό το ότι αυτό το έργο έχει παιχτεί από νέους ανθρώπους, διότι στο ξεκίνημα του έργου η γυναίκα πετάει έξω από το σπίτι τον άνδρα της με τα πράγματά του. Εάν σε πετάξει λοιπόν στο δρόμο η σύζυγός σου και είσαι 25 χρονών με 2 χρόνια γάμου, είναι διαφορετικό-για μένα τουλάχιστον- κι αν είσαι 60 χρονών και συμβεί κάτι αντίστοιχο με 40 χρόνια γάμου, είναι άλλο. Κουβαλάς μέσα σου άλλα φορτία και εισπράττει και ο θεατής άλλα φορτία. Βλέποντας έναν άνθρωπο 60 χρονών να τον πετάει η γυναίκα του στο δρόμο μαζί με τα πράγματά του, εισπράττει άλλα, λόγω του ότι αυτός ο άνθρωπος έχει εμπειρίες διαφορετικές και ο θεατής το κατανοεί αυτό. Δεν είναι ένα πιτσιρίκι που το πετάει η κοπέλα του έξω από το σπίτι. Αναφέρει «μετά από 40 χρόνια δε τα βρήκατε?» «Όχι…» και δε θα τα βρουν ποτέ εάν δε καταλάβει ο ένας και ο άλλος ότι είμαστε διαφορετικοί!

–       Σε ποιό θέατρο θα σας απολαύσουμε? 

–       Στο θέατρο Coronet στο Παγκράτι όπου παίζεται 7 χρόνια. Πέμπτη-Κυριακή μονές παραστάσεις στις 21.00 και όλο το χειμώνα κάποια Δευτέρα και Τρίτη μπορεί να πάρω το αεροπλάνο, όπως κάνει τώρα και ο Βλαδίμηρος Κυριακίδης και έχει πολύ ενδιαφέρον, να  παω στα Χανιά και να κάνω δύο παραστάσεις, την επόμενη εβδομάδα να πάω στο Ηράκλειο, να ανέβω τέσσερις μέρες στη Θεσσαλονίκη! Η βάση όμως είναι η Αθήνα το θέατρο Coronet.

–       Μία ευχή? 

–       Η μόνη ευχή που μπορώ να κάνω, είναι να σταματήσει αυτός ο κοινωνικός κατήφορος, γιατί έχουμε τα οικονομικά προβλήματα και τα έχουμε αναγάγει σε πολύ μεγάλη υπόθεση, και πράγματι έτσι είναι διότι τα οικονομικά φέρουν κι άλλα δεινά, αλλά έχουμε χάσει την αξιοπρέπειά μας, τη τιμή μας, την ανθρωπιά μας, τις αξίες μας δηλαδή. Τα έχουμε ισοπεδώσει όλα. Όπου έχουμε βάλει κι εμείς το χεράκι μας, το έχουν βάλει όμως κι αυτοί που μας εξουσιάζουν και χάθηκε πια η εμπιστοσύνη από άνθρωπο σε άνθρωπο. Διαλύθηκε ο κοινωνικός ιστός εντελώς και το μόνο που εύχομαι είναι μήπως μέσα από αυτή τη καταστροφή μπορέσουμε και ξανα συνδεθούμε σαν κοινωνία και ξαναβρούμε τις επικοινωνίες μας σαν άνθρωποι, μέσα από αυτές τις κακουχίες και δυστυχίες που ζούμε. Μιας και εάν μαζευτούμε και αν οργανωθούμε και αν ξαναβρεθούμε μαζί ο ένας δίπλα στον άλλο, αυτή η χώρα μπορεί να πάει μπροστά. Όσο βρίσκεται στο έλεος των ανθρώπων που  λένε «είμαστε οι σωτήρες και θα σας σώσουμε σα λαό» τόσο κινδυνεύουμε. Όσο πιο γρήγορα πουν «εμείς δεν είμαστε σωτήρες, φεύγουμε και αναλάβετε σα κοινωνία να οργανωθείτε» τότε μπορεί να βρεθούμε στ’ ανοιχτά! Να υπάρχει υγεία στο κόσμο είναι μια ευχή, να μην πεθαίνουμε σα τα κοτόπουλα, να μη γίνονται όλοι αυτοί οι πόλεμοι που γίνονται οι οποίοι έχουν εξαπλωθεί παντού και σκοτώνονται οι άνθρωποι σα τα μυρμήγκια- είναι ασύλληπτο . Όσο για το τόπο μου, πραγματικά, χαθήκαμε. Ο καθένας είναι στο κόσμο του, ο καθένας κοιτάει να εξυπηρετήσει όπως μάθαμε εδώ και 30 χρόνια, τη τσέπη του μέχρι που κάποια στιγμή άδειασαν οι τσέπες και τώρα τί έχεις να εξυπηρετήσεις? Τώρα πρέπει να δεις το διπλανό σου, τί περνάει, τί περνάς και να αλληλοστηριχθείτε. Εάν δεν μπούμε σε αυτή τη διαδικασία κινδυνεύουμε σα λαός και σαν έθνος.

Συνέντευξη – Φωτογραφία: Ηρα Σαραντάκη

© 2019 Kaizza All rights reserved.